Τζορτζ Όρτιζ - Ο αρχαιοκάπηλος της Κέρου
Ημερομηνία Wednesday, September 10 @ 21:57:07 UTC
Θέμα Κέρος


ΤΖΟΡΤΖ ΟΡΤΙΖ:
Οι εντιμότατοι φίλοι μου

Του ΝΙΚΟΛΑ ΖΗΡΓΑΝΟΥ (zirganos@enet.gr)



Τον Μάιο του 2004 συνάντησα τον Τζορτζ Ορτίζ στο σπίτι του, σε ένα προάστιο της Γενεύης. Μου άνοιξε την αυλόπορτα ο ίδιος, πράγμα μάλλον ασυνήθιστο για έναν δισεκατομmυριούχο και περάσαμε στο εντυπωσιακό καθιστικό με τις δεκάδες αρχαιότητες και τα περσικά χαλιά. «Η συλλογή μου είναι στο υπόγειο», είπε, απολαμβάνοντας την έκπληξή μου. Είχε συναινέσει να μου δώσει μια μικρή τηλεοπτική συνέντευξη που εξελίχθηκε σε μια χειμαρρώδη πεντάωρη συνομιλία για τον ρόλο του συλλέκτη, την τέχνη, το παγκόσμιο εμπόριο αρχαιοτήτων, την αρχαιοκαπηλία και φυσικά, τη συλλογή του. Ο Ορτίζ έχει στην κατοχή του τη σημαντικότερη ιδιωτική συλλογή χάλκινων αντικειμένων αρχαίας ελληνικής και ρωμαϊκής τέχνης και δεν κρύβει ούτε τις προκλητικές απόψεις του υπέρ του ανεξέλεγκτου εμπορίου αρχαιοτήτων χωρίς προέλευση, ούτε και τον αμφιλεγόμενο τρόπο που απέκτησε πολλά από τα αριστουργήματα -προιόντα αρχαιοκαπηλίας- που φυλάσσει στο σιδερόφρακτο υπόγειο με τα υπερσύγχρονα συστήματα συναγερμού και τη θωρακισμένη πόρτα χρηματοκιβωτίου.

Αεικίνητος, κοντός, νευρώδης, εκρηκτικός και ευγενής, με μια ζωτικότητα που με ξάφνιασε για τα 80 του χρόνια, άρχισε να μου περιγράφει την προσωπική του διαδρομή μέσα στον συναρπαστικό κόσμο των διαπλεκόμενων συλλεκτών, εμπόρων, διευθυντών και εφόρων μουσείων, αρχαιοκαπήλων και ισχυρών της πολιτικής και της οικονομίας που κινήθηκε για πάνω από μισό αιώνα.

Από τους προγόνους του, βάσκους κονκισταδόρες που κατέκτησαν τη Βολιβία, κληρονόμησε μια αμύθητη περιουσία, σπούδασε στο Χάρβαρντ φιλοσοφία και έκανε νεαρός, κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, την προσωπική επανάστασή του. Αμφισβήτησε την καθολική του πίστη, ασπάστηκε τον κομμουνισμό και συγκρούσθηκε με το συντηρητικό οικογενειακό περιβάλλον. Το 1948 ξεκίνησε ένα ταξίδι στην κομμουνιστική Ευρώπη για να συναντήσει το ιδανικό του. Ηταν επόμενο να απογοητευτεί. Πέρασε από τη Γιουγκοσλαβία τα ελληνικά σύνορα και βρέθηκε μόνος, άφραγκος και απελπισμένος στη θεσσαλική πεδιάδα. Μια γιαγιά σε ένα χωριό τον φρόντισε, τον φιλοξένησε και τον έκανε να λατρέψει εκείνη την Ελλάδα που χάθηκε για πάντα.

«Με μάγεψε το ελληνικό φως, η ανθρώπινη κλίμακα, το κάλλος των ανθρώπων. Ηταν πάμφτωχοι, με νωπές τις πληγές του Εμφυλίου κι όμως μπορούσαν να χαμογελούν και να ελπίζουν. Ανακάλυψα τις ερωτήσεις που έψαχνα στο εσωτερικό μου ταξίδι. Αρχισα να γυρίζω τη χώρα και να επισκέπτομαι τους αρχαιολογικούς χώρους. Εφτασα το 1950 στην Κρήτη. Επισκέφθηκα το Μουσείο Ηρακλείου και αποσβολωμένος θαύμαζα κάποια εκθέματα στις προθήκες, όταν ένας νεαρός Ελληνας με ρώτησε στα γαλλικά: Σας αρέσει αυτό που βλέπετε; Είναι ό,τι πιο όμορφο έχω δει στη ζωή μου, του απάντησα. Θα με βοηθήσεις; Μπορώ να σας προμηθεύσω όσα αρχαία θέλετε, είπε ο άγνωστος συνομιλητής μου. Ηταν ο Νικολά Κουτουλάκης.

»Στα χρόνια που ακολούθησαν μου προμήθευσε τα καλύτερα κομμάτια. Τότε κανείς δεν ενδιαφερόταν για την προέλευση των αρχαίων. Στην οδό Πανδρόσου στο Μοναστηράκι τα πουλούσαν σχεδόν ανοιχτά. Ο Ζουμπουλάκης, ο Μαρτίνος... Ομως ο Κουτουλάκης δεν πήγαινε ποτέ εκεί. Μου τα έδειχνε στο Παρίσι, στην γκαλερί του, που κληρονόμησε από τον Σεγρεδάκη. Εκείνες τις αθώες ημέρες πίστευα ότι οι αρχαιοπώλες αγαπούσαν την τέχνη. Ημουν αφελής. Αργότερα κατάλαβα ότι το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν το κέρδος, αδιαφορούσαν για τα αντικείμενα και την ιστορία τους, το κάλλος και εκμεταλλεύτηκαν το πάθος μου.

»Τόσα χρόνια ζήλεψα μόνο δυο αντικείμενα που δεν μπόρεσα να αποκτήσω. Και τα δύο τα είχε ο Κουτουλάκης, δυο κυκλαδικά ειδώλια από την Κέρο και την Πάρο, που τα είχε στο χρηματοκιβώτιό του. Το ένα κατέληξε στη συλλογή Σέλμπι Γουάιτ, στην Αμερική και το άλλο σε έναν ελληνοαμερικανό συλλέκτη, τον Χρήστο Μπάστη, εστιάτορα στη Νέα Υόρκη που αργότερα το χάρισε στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης. Ο Μπάστης, τον οποίο θαυμάζω, έκανε σχεδόν όλη τη συλλογή του από τον Κουτουλάκη, αλλά αγόραζε επίσης και από τον Σάιμς». (Ο Μπάστης έχει δωρίσει επίσης κομμάτια της συλλογής του στο Μουσείο Γουλανδρή και το Μουσείο Μπενάκη).


Xρυσό περιδέραιο απο τη Μικρά Ασία, απο τη συλλογή του Τζορτζ Ορτίζ.
«Ο Κουτουλάκης με τύλιξε σε μια κόλλα χαρτί»

»Το όνομα του Κουτουλάκη ερχόταν ξανά και ξανά στη μακρά συνομιλία μας, καθώς ο Ορτίζ μού έδειχνε τα κομμάτια της συλλογής του. Κρητικά ειδώλια, κομμάτια από τις Αρχάνες, ιδιαίτερη πατρίδα του Κουτουλάκη, μινωικά αγγεία κι ένας υπέροχος Αλέξανδρος της σχολής του Λυσσίπου. «Ο Κουτουλάκης ήταν δαιμόνιος έμπορος, αδίστακτος, έξυπνος, πολύγλωσσος, άφιλος και χαρισματικός. Ζωγράφιζε, είχε "μάτι", διάλεγε τα καλύτερα κομμάτια. Ηταν όμως και διάβολος, γιατί πλασάριζε και τα καλύτερα πλαστά. Για 15-20 χρόνια αναρωτιόμουν αν ήξερε ότι ήταν κίβδηλα. Κατέληξα ότι ήξερε πολύ καλά τι έκανε. Ομως, ακόμη και στα πλαστά του είχε ποιότητα. Οταν γνώρισα το δίδυμο των Ρόμπιν Σάιμς και Χρήστου Μιχαηλίδη, έκανα ένα μοιραίο λάθος. Τους γνώρισα τον Κουτουλάκη κι έχασα την πρωτιά της επιλογής. Τα καλύτερα κομμάτια άρχισαν να πηγαίνουν σε αυτούς.

»Ομως, ήταν φανερό, ότι οι δυο τους ήταν το ανερχόμενο δίδυμο που θα έφτανε στην κορυφή. Γρήγορα εκτόπισαν τόσο τον Χεκτ, όσο και τον Κουτουλάκη. Ειδικά ο Χρήστος ήταν αξιολάτρευτος. Δεν μπορώ να πω το ίδιο και για τον Σάιμς που ήταν στυγνός, αλλά εξαιρετικός έμπορος. Θυμάμαι, παρακάλεσα τον Κουτουλάκη να μην τους πουλήσει πλαστά, να μην τους καταστρέψει. Ομως εγώ είχα σχεδόν ολοκληρώσει τη συλλογή μου και δεν με ενδιέφερε πια να συνεχίσω όπως παλιά. Αργότερα, οι σχέσεις μου με τον Κουτουλάκη χάλασαν γιατί με τύλιξε σε μια κόλλα χαρτί. Είχα δει ένα μαγευτικό σπίτι στην Κρήτη, στην Παχειά Αμμο, που το ερωτεύτηκα από την πρώτη στιγμή. Τότε δεν μπορούσαν οι ξένοι να αγοράσουν γη στην Ελλάδα. Το πήρε ο αδελφός του Νικολά για λογαριασμό μου κι αργότερα έκαναν τους ανήξερους, πως τάχα ανήκει στην οικογένεια. Από τότε έπαψα να συναλλάσσομαι μαζί του».

Ο Ορτίζ μιλάει για το χαμένο σπίτι της Κρήτης και η γυναίκα του ξεσπάει σε κλάματα. «Ηταν το όνειρο της ζωής μου», λέει και θυμάται την εποχή που με ένα καΐκι γύρναγαν την Κρήτη και τις Κυκλάδες, τις εξορμήσεις στην Κέρο και τα κυκλαδικά ειδώλια που έβρισκαν διάσπαρτα στο νησί... Ορφανές αρχαιότητες που υιοθετήθηκαν παρά τη θέλησή τους από πλούσιους θετούς γονείς. Ο καθηγητής Ρικάρντο Ελία τους περιέγραψε στο πρόσφατο συνέδριο της ΟΥΝΕΣΚΟ στο Νέο Μουσείο της Ακρόπολης ως δολοφόνους: «Πρώτα τούς σκοτώνουν τη μάνα και τον πατέρα και μετά τα κλέβουν, τα βγάζουν παράνομα από τη χώρα και μετά ως φιλάνθρωποι, τα "φροντίζουν". Τα εκθέτουν στις πλούσιες προθήκες των μουσείων και των ιδιωτικών συλλογών χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι και την πατρίδα τους».

Είχε βραδιάσει όταν ο Ορτίζ με συνόδευσε στην εξώπορτα. Η γυναίκα του έβγαζε χορτάρια από το κεφαλόσκαλο. «Ασ' τον εκεί, μην τα βγάζεις», της είπε απότομα». Ασ' τα να φαίνεται το σπίτι αφρόντιστο, να νομίζουν ότι είμαστε φτωχοί, μη και μας κλέψουν».

Η συνέντευξη που μου παραχώρησε ο Τζορτζ Ορτίζ έγινε τον Μάιο του 2004, για το ντοκιμαντέρ «Το Κύκλωμα» (σκηνοθεσία Ανδρέας Αποστολίδης, έρευνα Νικόλας Ζηργάνος, Ρέα Αποστολίδου, παραγωγή Γιάννης Κασπίρης).

Πηγές

- Γιάννη Σακελλαράκη, «Γεύση μιας προϊστορικής ελιάς», εκδόσεις «Ικαρος», Αθήνα, 2005.

- Το «Ευαγγέλιο του Ιούδα», έκδοση National Geographic, 2006.

- Αρχεία της δίωξης αρχαιοκαπηλίας Ελλάδος, Ιταλίας.

- Κατάλογος έκθεσης: Στέρης, Εργα από τη συλλογή Κουτουλάκη, Μουσείο Μπενάκη, 2008.

- Εφημερίδα «Καθημερινή», 8 Ιουνίου 2008, συνέντευξη Μανώλη Κουτουλάκη στη Μαργαρίτα Πουρνάρα.

- Peter Watson & Cecilia Todeschini, «The Medici Conspiracy», εκδόσεις publicaffairs, Νέα Υόρκη, 2007.

- The George Ortiz Collection, Berne, 1996.

- Antiquities from the Collection of Christos G. Bastis, New York, 1987.

- Art and Culture of the Cyclades, Karlsruhe, 1977.

 

-------------------
7 - 22/06/2008







Το άρθρο αυτό προέρχεται από eyploia.aigaio-net.gr
old.eyploia.gr

Το URL της ιστορίας αυτής είναι ο εξής
old.eyploia.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=2275